28/2/15

Δριμύ κατηγορώ του Πειραιώς Σεραφείμ κατά των οικουμενιστών στην εγκύκλιο για την Κυριακή της Ορθοδοξίας

"Οι Οικουμενιστές πρέπει να κατηγορούνται, επειδή αφήνουν τα πρόβατα να γίνονται βορά στα στόματα των λύκων των βαρέων, των ποικίλων αιρετικών".
Στην εγκύκλιό του για την Κυριακή της Ορθοδοξίας ο Μητροπολίτης Πειραιώς Σεραφείμ. μιλάει για το Συνοδικό και εξηγεί επίσης ποιος είναι ο ποιμαντικός σκοπός και στόχος της εκφωνήσεως των αναθεμάτων.

Ακολουθεί ολόκληρη η εγκύκλιος:

Τέκνα μου αγαπητά και περιπόθητα,

Όντως «ημέρα χαρμόσυνος και ευφροσύνης ανάπλεως» ανέτειλε σήμερα, Κυριακή της Ορθοδοξίας. Η χαρά ημών των Ορθοδόξων συνίσταται στο γεγονός ότι σήμερα η Ορθόδοξος Εκκλησία μας απέφυγε τον κίνδυνο του εξανατολισμού, δηλ. των αιρέσεων από την Ανατολή, από ιουδαικές και ισλαμικές επιρροές. Είναι γνωστό ότι η αίρεση της εικονομαχίας είχε τις ρίζες της στον Ισλαμισμό και τον Ιουδαισμό, οι οποίες είναι ανεικονικές θρησκείες, δεν έχουν εικόνες. Οι εικονομάχοι προσπάθησαν να περάσουν το μένος τους εναντίον των αγίων εικόνων μέσα στην πίστη μας, την αγία Ορθοδοξία. Όμως, οι άγιοι Πατέρες μας, αγωνιζόμενοι εναντίον των χριστιανοκατηγόρων εικονομάχων, το απέτρεψαν αυτό και έτσι αποφεύχθηκε ο εξανατολισμός της Ορθοδοξίας, δηλ. το να μας παρασύρει η Ανατολή, οι Μουσουλμάνοι και οι Εβραίοι.

Η χαρά ημών των Ορθοδόξων δικαιολογείται, επίσης, και από το γεγονός ότι σήμερα επιβεβαιώνεται το γεγονός ότι το ψεύδος δεν επεκράτησε και δεν πρόκειται να κυριαρχήσει οριστικά επί της αληθείας των δογμάτων της πίστεως, έστω και αν ταλαιπώρησε και ταλαιπωρεί ακόμη την Ορθόδοξη Εκκλησία επί μακρό χρονικό διάστημα, όπως συνέβη παλαιά, τον 8ο και 9ο αιώ., με την αίρεση της εικονομαχίας, και όπως συμβαίνει και σήμερα, τον 20ο και 21ο αιώ., με την παναίρεση του συγκρητιστικού διαχριστιανικού και διαχριστιανικού οικουμενισμού. Η φαιδρότης των αληθεστάτων δογμάτων της πίστεως πάντοτε φανερώνεται, με συνέπεια η Ορθόδοξος Εκκλησία του Χριστού να αστράπτει και να λάμπει μέσα στο φως της Αληθείας.

Ο σκοπός της καθιερώσεως της εορτής της Κυριακής της Ορθοδοξίας από τους τότε ομολογητές επισκόπους και μοναχούς, όπως μας λέει το Συναξάρι της εορτής1, ήταν το να ανακηρυχθούν ονομαστικά και να επαινεθούν οι ευσεβείς και ορθόδοξοι, ενώ αντιθέτως οι ασεβείς και κακόδοξοι να κατακριθούν και να αναθεματιστούν ονομαστικά, όχι βεβαίως από κακία, εμπάθεια και μίσος εναντίον των αιρετικών, αλλά από παιδαγωγική και ποιμαντική φροντίδα και αγάπη, ώστε οι μεν αιρετικοί, ελεγχόμενοι, να μετανοήσουν και να αποκηρύξουν την πλάνη τους, να προφυλαχθούν δε κυρίως οι υπόλοιποι πιστοί από το να ακολουθήσουν την πλάνη. Οι άγιοι Πατέρες μας είχαν πραγματική και ειλικρινή αγάπη, και όχι την ψευδοειρήνη και την ψευδοαγάπη των οικουμενιστών, που ενοχλούνται από τα αναθέματα και παρουσιάζονται έτσι δήθεν «καλύτεροι» από τους Αγίους Αποστόλους και τους Αγίους Πατέρες, οι οποίοι από αγάπη ελέγχουν και παιδαγωγούν2.
Αυτήν την ανακήρυξη και τον έπαινο των ευσεβών και Ορθοδόξων από τη μια, και την κατάκριση μαζί με τον αναθεματισμό των ασεβών, των κακοδόξων και των αιρετικών από την άλλη, τον βλέπουμε πολύ παραστατικά στο εξαίσιο κείμενο ομολογίας της Ορθοδόξου πίστεως, που λέγεται «Συνοδικόν της Αγίας και Οικουμενικής Ζ΄ Συνόδου υπέρ της Ορθοδοξίας», αποσπάσματα του οποίου διαβάζονται κατά τη διάρκεια της λιτανεύσεως των αγίων και ιερών εικόνων, σήμερα, Κυριακή της Ορθοδοξίας.

Τι είναι, όμως, το Συνοδικόν της Ορθοδοξίας;
Λέγοντας Συνοδικό1 εννοούμε την απόφαση μιάς Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας και κυρίως Οικουμενικής Συνόδου, στην οποία περιλαμβάνονται, εκτός από τους κανόνες της εκκλησιαστικής ζωής, και οι θεολογικές αλήθειες, που καθορίζουν τα όρια της πίστεως, τα δόγματα δηλ. της Εκκλησίας του Χριστού, και καταδικάζουν τις αιρέσεις, τόσο ως προς τη στρεβλή διδασκαλία τους, όσο και ως προς τα ονόματα των αιρετικών, οι οποίοι συνταράσσουν την Εκκλησία με την παρανόηση και διαστρέβλωση του περιεχομένου της Αγίας Γραφής και της Ιεράς Παραδόσεως, αλλά και γενικότερα της ζωής της Εκκλησίας.

Το Συνοδικό της Ορθοδοξίας περιέχεται στο λειτουργικό βιβλίο της Εκκλησίας μας, που ονομάζεται Τριώδιο2. Στο κυριότερο μέρος του περιλαμβάνει τις αποφάσεις της ενδημούσης εν Κων/λει Συνόδου του 843, η οποία αναστήλωσε τις ιερές εικόνες και στηρίχθηκε στην Ζ΄ εν Νικαία Οικουμενική Σύνοδο του 787. Περιέχει, επίσης, και αποφάσεις των τοπικών Συνόδων, μετά την Σύνοδο του 843, κατά πασών εν γένει των αιρέσεων, αλλά ιδιαίτερα κατά της εικονομαχίας3.

Πιθανός συντάκτης της αρχικής μορφής του είναι ο Πατριάρχης Μεθόδιος. Πρώτη φορά αναγνώσθηκε κατά την παννυχίδα και την οριστική αναστήλωση, τιμητική προσκύνηση και λιτάνευση των ιερών εικόνων από την αυτοκράτειρα Θεοδώρα, γεγονός που συνέπεσε τότε με την Α΄ Κυριακή των Νηστειών (11-3-843), η οποία γι’αυτό ονομάσθηκε Κυριακή της Ορθοδοξίας1.
Οι μετέπειτα συμπληρώσεις και προσθήκες στο Συνοδικό της Ορθοδοξίας έχουν γίνει σε διάφορα στάδια της ιστορίας, σύμφωνα με την πορεία του αγώνα της Εκκλησίας κατά των αιρέσεων, οι οποίες παρουσιάστηκαν μετά την εικονομαχία μέχρι και το κίνημα του Ησυχασμού στα τέλη του 14ου αιώ.

Στο Προοίμιο του Συνοδικού γίνεται λόγος για χειμώνα, ο οποίος ενέσκηψε στην Εκκλησία, με τον οποίο εννοείται σαφώς η αίρεση της εικονομαχίας, η οποία αναφέρεται και ως «κάκωσις». Επιπλέον, αναφέρονται τα ονόματα μεγάλων Πατριαρχών, οι οποίοι στάθηκαν πρόμαχοι της αληθείας και στη συνέχεια διακηρύττεται από την Εκκλησία μας η αγιότητά τους : «Γερμανού, Ταρασίου, Νικηφόρου, Μεθοδίου…, Ιγνατίου, Φωτίου, Στεφάνου, Αντωνίου και Νικολάου». Παράλληλα, αναφέρονται και ονόματα άλλων αρχιερέων, ιερομονάχων και μοναχών, όπως των οσίων Θεοδώρου του Στουδίτου και Συμεών του Στυλίτου, οι οποίοι αγωνίσθηκαν όλοι μαζί και αναδείχθηκαν ομολογητές της Πίστεως, συντελώντας στο να συγληθεί η Ζ΄ Αγία και Οικουμενική Σύνοδος από την αυτοκράτειρα Ειρήνη, η οποία μνημονεύεται στο τέλος του Συνοδικού μαζί με όλους τους ορθοδόξους Βασιλείς, οι οποίοι υπερμάχησαν για την τιμή των ιερών εικόνων, όπου παρέχεται μάλιστα η πληροφορία ότι έλαβε και το μοναχικό σχήμα.
Ιδιαιτέρως μνημονεύονται στο Συνοδικό οι βασιλείς εκείνοι, όπως και οι Επίσκοποι, που συνετέλεσαν στην αποκάλυψη της αληθείας της Εκκλησίας, όχι μόνο κατά την περίοδο της εικονομαχίας, αλλά και κατά την περίοδο των λεγομένων Ησυχαστικών ερίδων, μεταξύ των οποίων πρωτεύουσα θέση κατέχει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, αρχιεπίσκοπος Θεσ/κης, ο θεατής του ακτίστου Φωτός και κήρυξ της ακτίστου Θείας Χάριτος.

Στο Συνοδικό περιέχονται και ονόματα διαφόρων αιρεσιαρχών, που είχαν προηγηθεί της εικονομαχίας, και όλων των άλλων μεταγενεστέρων αιρέσεων : «Αρείω τω πρώτω θεομάχω και αρχηγώ των αιρέσεων…, Νεστορίω τω θεηλάτω…, Διοσκόρω Πατριάρχη Αλεξανδρείας και Σεβήρω τω δυσσεβεί…, όλοις τοις Ευτυχιανισταίς και Μονοθελίταις και Ιακωβίταις και Αρτζιβουρίταις και απλώς πάσιν αιρετικοίς, Ανάθεμα».
Αυτή η αναφορά όλων των ανωτέρω ονομάτων, όπως και των αιρέσων, που φαινομενικά δεν έχουν άμεση σχέση με την εικονομαχία, δεν γίνεται τυχαία. Η ιστορία της Εκκλησίας αντιμετωπίζεται συνολικά και όχι αποσπασματικά. Κάθε νέα αίρεση αποτελεί στην πραγματικότητα μία διαφορετική έκφραση και έκφανση της μιάς και μοναδικής αιρέσεως και λανθασμένης διδασκαλίας, δηλ. της μη ορθής κατανοήσεως του γεγονότος της ενανθρωπήσεως του Υιού του Θεού. Η ιστορία της Εκκλησίας μας πείθει ότι όλες οι αιρέσεις έχουν ως αρχή τους την αίρεση της αρνήσεως της ενανθρωπήσεως του Θεού και αποτελούν συνέπειά της. Γι’αυτό το Συνοδικό οριοθετεί με σαφήνεια την Αλήθεια από το ψεύδος, την Πίστη από την απιστία και την Θεολογία από την ανθρώπινη φιλοσοφία.

Ως προς την θεολογία των ιερών εικόνων, το Συνοδικό διακηρύσσει ότι η τιμή τους αποτελεί συνέχεια και συνέπεια της ενσαρκώσεως του Λόγου του Θεού, αλλά και τιμή στο ίδιο το γεγονός της ενσαρκώσεως. Αντίθετα, η άρνηση τιμής στις ιερές εικόνες συνεπάγεται στην πραγματικότητα άρνηση της σωτηρίας.

Το Συνοδικό, όμως, ενώ αφορμάται από την υπεράσπιση των ιερών εικόνων, προχωρά και στην επαναδιατύπωση της θεολογίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας περί του μυστηρίου της Αγίας Τριάδος, περί της ενώσεως των δύο φύσεων στον Χριστό, περί της Θείας Ευχαριστίας, περί των ιερών Μυστηρίων, περί της Θείας Λατρείας γενικότερα και περί της Αναστάσεως, τα οποία προσπάθησαν να στρεβλώσουν οι διάφοροι αιρετικοί, οι οποίοι και κατονομάζονται.

Τέλος, διατυπώνει με σαφήνεια στα «κατά Βαρλαάμ και Ακινδύνου κεφάλαια» την θεολογία της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας περί των ακτίστων Θείων ενεργειών, στις οποίες μετέχει ο άνθρωπος και τις οποίες διακρίνει από την άκτιστη Θεία ουσία, την οποία ονομάζει και θεωρεί «άληπτον και αμέθεκτον», ενώ κάνει λόγο και για το Θείο Φως της Μεταμορφώσεως, ονομάζοντάς το «άκτιστον και φυσικήν χάριν και έλλαμψιν και ενέργειαν, εξ αυτής της θείας ουσίας αχωρίστως αεί προιούσαν».

Τα μηνύματα του Συνοδικού εκφέρονται με αναφωνήσεις του κλήρου και του λαού, όπως είναι οι μακαρισμοί των ευσεβών Βασιλέων, Πατριαρχών, κληρικών και λαικών ονομαστικά, με την αναφώνηση «αιωνία η μνήμη», αλλά και ο αναθεματισμός των απ'αιώνος αιρετικών, με την αναφώνηση «ανάθεμα».

Τι είναι, όμως, το ανάθεμα;
Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης αναφέρει ότι ανάθεμα λέγεται εκείνο, που χωρίζεται από τον Θεό και την Εκκλησία των Χριστιανών, και αφιερώνεται στον διάβολο. Κανένας δεν τολμά να συναναστραφεί και να συγκοινωνήσει με εκείνον τον άνθρωπο, που έχει χωρισθεί από τον Θεό και την Εκκλησία και έχει γίνει ανάθεμα στον διάβολο, αλλά όλοι οι πιστοί χωρίζονται απ’αυτόν1. Το ανάθεμα παντελώς χωρίζει και αποκόπτει τον άνθρωπο από τον Χριστό.
Ο άγιος Ταράσιος, Πατριάρχης Κων/λεως, στον απολογητικό της Ζ΄ αγίας και Οικουμενικής Συνόδου αναφέρει : «Δεινόν είναι το ανάθεμα, επειδή μακράν του Θεού ποιεί τον άνθρωπον και από την βασιλείαν των ουρανών εκδιώκει και πέμπει αυτόν εις το σκότος το εξώτερον»2.

Ο Απ. Παύλος λέει : «ει τις ου φιλεί τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, είτω ανάθεμα»1. Όλοι όσοι πολιτεύονται έξω από την αποστολική διδασκαλία και παράδοση του θείου Παύλου, η οποία βεβαίως είναι η διδασκαλία και η παράδοση του ιδίου του Χριστού, δεν αγαπούν εν αληθεία τον Κύριο. Όσοι δεν αγαπούν εν αληθεία τον Κύριο, αυτοί είναι ανάθεμα, δηλ. χωρισμένοι από τον Κύριο2.
Ο όρος ανάθεμα αναφέρεται από τον Απ. Παύλο και στην προς Γαλάτας επιστολή εναντίον εκείνων, που ευαγγελίζονται έξω από τα παραδεδομένα : «αλλά και αν ημείς ή άγγελος εξ ουρανού ευαγγελίζεται υμίν παρ’ο ευαγγελισάμεθα υμίν, ανάθεμα έστω»3.
Τα αναθέματα στην Εκκλησία δεν αποτελούν εκφράσεις οργής ή κατάρας ή ύβρεως, αλλά πανηγυρικές διακηρύξεις ότι οι αναθεματισμένοι δεν ανήκουν στο Σώμα της Εκκλησίας και ο λαός του Θεού καλείται να επιτείνει την προσοχή του σ' αυτό και να μην συμφύρεται με τους αναθεματιζομένους, για να μην απολέσει την υγιαίνουσα διδασκαλία, χωρίς την οποία δεν υφίσταται σωτηρία. Επομένως, τα αναθέματα αποτελούν, ειδικότερα στην σημερινή εποχή της ομογενοποιήσεως και του συγκρητισμού, έξοχο αμυντικό μηχανισμό και παιδαγωγικό τρόπο για την διασφάλιση της Ορθοδόξου αυτοσυνειδησίας και αληθείας…»4. Τα αναθέματα αποτελούν ποιμαντικό μέτρο αγάπης και διασφάλιση της Ορθοδόξου αυτοσυνειδησίας και αληθείας.

Οι άγιοι Πατέρες, όταν στις Συνόδους αναθεμάτιζαν τους αιρετικούς, δεν το έκαμαν από μίσος προς αυτούς, αλλά με πόνο ψυχής απέκοπταν αυτούς, «ως ανιάτως νοσήσαντας», από το Σώμα της Εκκλησίας, όπως ακριβώς ο χειρούργος αποκόπτει το σεσηπός και νεκρό μέλος του σώματος, για να μην μεταδοθεί η σήψη και στο υπόλοιπο σώμα. Επομένως, ανάθεμα έχουμε κυρίως όταν υπάρχει αίρεση. Ο αναθεματισμός είναι ο αποχωρισμός, η αποκοπή με δυσμενείς εκφράσεις από το κοινό Σώμα της Εκκλησίας. Γιατί, η αίρεση ίναι η διάσπαση αυτής της Θεανθρωπίνης κοινωνίας μέσα στο κοινό Σώμα της Εκκλησίας και γι’αυτόν ακριβώς τον λόγο καταδικάζεται και αναθεματίζεται από τις Οικουμενικές Συνόδους.

Πολλές φορές, όταν λέγονται αυτά τα πράγματα, αλλά και όταν διαβάζονται – αν διαβάζονται – τα αναθέματα την Κυριακή της Ορθοδοξίας, οι πιο αυθόρμητοι σοκάρονται και λένε : «Ε, τώρα, που ζούμε; Στον Μεσαίωνα; Μιλάμε για αναθεματισμούς και αφορισμούς; Αυτά δεν είναι πράγματα, που αρμόζουν στην Εκκλησία». Δυστυχώς, αυτή η νοοτροπία έχει επηρεάσει πολλούς. Νομίζουν δηλ. ότι η Εκκλησία είναι συνεχώς και μόνο αγάπη. Αυτοί, όμως, οι άνθρωποι είναι άγευστοι. Δεν έχουν καταλάβει τι είναι Ορθοδοξία και δεν έχουν κατανοήσει ότι αυτό το Σώμα είναι αγαπητικό. Αν δεν υπάρχει αυτή η αγάπη του Θεού, η οποία «εκκέχυται εν ταίς καρδίαις ημών»1, τότε η έλλειψη αγάπης σημαίνει την αποστασιοποίηση. Γιατί, όταν κάποιος αγαπά πολύ κάτι, έρχεται σε αγαπητική σχέση μ’αυτό.

Όταν, όμως, αποστασιοποιείται, όχι μόνο περιστασιακώς, αλλά και θεσμικώς, τότε η Εκκλησία του βεβαιώνει, μ’ένα θεσμικό τρόπο, αυτό, που έχει πάθει. Η Εκκλησία, λοιπόν, όταν λέει σε κάποιον «ανάθεμα», ουσιαστικά του πιστοποιεί, του δίνει την ληξιαρχική πράξη, την πιστοποίηση αυτού του γεγονότος, που έχει υποστεί. Αυτό, όμως, σήμερα δεν γίνεται κατανοητό, επειδή δεν βιώνεται και επειδή δεν υπάρχει η προϋπόθεση της καθαρότητος, την οποία οι πολλοί υστερούνται. Η Εκκλησία είναι μια ζωντανή πραγματικότητα. Όταν ο πιστός έχει καθαρότητα, τότε έχει σχέση με την Εκκλησία, νιώθει την αγάπη του Θεού και την εκφράζει.

 Εξ αιτίας αυτής της ελλείψεως βιωματικής εμπειρίας φθάνουμε σήμερα στο σημείο να λέγεται ότι «τα αναθέματα και οι αφορισμοί δεν ισχύουν σήμερα. Θα τ’αλλάξουμε. Ζούμε σε άλλη εποχή». Ο άνθρωπος, όμως, παραμένει πάντα ο ίδιος. Ο Χριστός μία φορά εκπλήρωσε το μέγα της ευσεβείας μυστήριο για όλους τους ανθρώπους όλων των εποχών. «Ιησούς Χριστός χθες και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας»1. Γίνεται, λοιπόν, αντιληπτό ότι, όταν παραβιάζεται η αγαπητική σχέση, τότε υπάρχει ο αφορισμός, με τον οποίο η Εκκλησία επικυρώνει την προϋπάρχουσα κατάσταση.

Ολ’ αυτά, τα οποία σήμερα ηχούν φονταμενταλιστικά, για τους πιστούς μέσα στην Εκκλησία είναι σημεία, τα οποία συμπυκνώνουν την αγάπη, οριοθετούν και σημειώνουν ότι η αγαπητική σχέση μέσα στα πλαίσια της Εκκλησίας δεν είναι κάτι το δευτερεύον ή το τριτεύον, αλλά είναι το ουσιώδες συστατικό της. Αυτά τα πράγματα τα εξέφρασε η Εκκλησία με τον ίδιο δυναμισμό, όταν θέλησε να εκφράσσει την ακοινωνησία, με την οποία δίνει την ληξιαρχική πράξη ότι κάποιος έχει πεθάνει από πλευράς αγαπητικής. Αυτό το Σώμα, μέσα στο οποίο ανήκουμε είναι μυστηριακό μεν, αγαπητικό δε. Αν δεν υπάρχει αυτή η αγαπητική σχέση και αυτός ο αγαπητικός πόθος, που να εκφράζεται και στην πράξη, τότε διαψεύδεται.

Το Συνοδικό της Ορθοδοξίας, όταν γράφτηκε για πρώτη φορά το 843 από τους αγίους πατέρες της Ζ΄ αγίας και Οικουμενικής Συνόδου, μετά το τέλος της δευτέρας φάσεως της εικονομαχίας, περιελάμβανε αναθέματα για όλους τους αιρετικούς, από τον Άρειο μέχρι και τους εικονομάχους. Από τον 9ο αιώ. κι έπειτα, επειδή έκαναν την εμφάνισή τους κι άλλες αιρέσεις, ιδίως η αιρετική παρασυναγωγή του Παπισμού, η Εκκλησία απεφάσισε τον 14ο αιώ. να εμπλουτίσει το Συνοδικό της Ορθοδοξίας με νέα αναθέματα, οπότε προστέθηκαν τα «Κεφάλαια κατά Βαρλαάμ και ‘Ακινδύνου», με τα οποία αναθεματίζεται, στα πρόσωπα του Βαρλαάμ Καλαβρού και του Γρηγορίου Ακινδύνου, η αίρεση του Παπισμού. Από την παραπάνω τακτική διαπιστώνουμε ότι το Συνοδικό της Όρθοδοξίας είναι αναπροσαρμοζόμενο και ότι η προσθήκη καινούργιων αναθεμάτων ήταν και είναι συνήθης τακτική της Εκκλησίας. Επομένως, είναι ανεπίτρεπτο να κατηγορούν κάποιοι τους αγίους Πατέρες ότι δήθεν είναι πάνω από την Εκκλησία και δεν κάνουν υπακοή, διότι προσέθεσαν νέα αναθέματα.
Άλλωστε, το ίδιο το Συνοδικό της Ορθοδοξίας αναφέρει σε ένα σημείο του˙«όλοις τοις αιρετικοίς ανάθεμα»1, ανάθεμα σε όλους τους αιρετικούς, και στους παλαιούς και τους νέους, τους συγχρόνους, σ΄αυτούς που υπήρξαν, υπάρχουν και θα υπάρξουν μέχρι συντελείας αιώνων.

Η ανωτέρω τακτική δεν αποτελεί ούτε πρωτοτυπία, ούτε καινοτομία, ούτε πρόταξη υπεράνω Συνόδων και Εκκλησίας, αλλά απλώς ταπεινή ακολουθία της συνήθους εκκλησιαστικής τακτικής, και τήρηση της τάξεως του λειτουργικού βιβλίου του Τριωδίου, η οποία και βεβαίως ισχύει μέχρι και σήμερα. Ο ποιμαντικός σκοπός και στόχος της εκφωνήσεως των αναθεμάτων είναι διφυής, διττός : Από τη μια η μετάνοια των αναθεματισμένων, και από την άλλη η προφύλαξη του ποιμνίου του από τις αιρέσεις, παλαιές και νέες, οι οποίες στερρούν την σωτηρία από τους ανθρώπους. Έτσι, δεν πρέπει να σπεύσουν να εκτοξεύσουν μομφές και κατηγορίες οι Οικουμενιστές, που, με την Χάριν του Θεού και κατά το ανθρώπινο δυνατό, επιδεικνύεται επαγρύπνηση και ανύστακτο ενδιαφέρον για το ποίμνιο και δεν αφήνονται οι λύκοι να καταφάνε και να κατασπαράξουν τα πρόβατα.

Αντιθέτως, οι Οικουμενιστές πρέπει να κατηγορούνται, επειδή αφήνουν τα πρόβατα να γίνονται βορά στα στόματα των λύκων των βαρέων1, των ποικίλων αιρετικών. Η ποιμαντική και παιδαγωγική ορθότητα των μέτρων της Εκκλησίας φαίνεται και εκ του γεγονότος ότι οι Οικουμενιστές δεν αντέχουν την δύναμη των αναθεμάτων, δεν αντέχουν, ελεγχόμενοι, την αντιαιρετική και επικριτική διδασκαλία των Αγίων Πατέρων, δεν αντέχουν καν την έννοια της αιρέσεως. Γι'αυτό κατήργησαν την ανάγνωση των αναθεμάτων συνοδικώς από το 2005. Γι'αυτό παραμερίζουν με την μεταπατερική, νεοπατερική, συναφειακή και μετακανονική αίρεση τους Αγίους Πατέρες, που καταγγέλλουν ονομαστικά και αποκαλύπτουν τους αιρετικούς. Γι'αυτό κατήργησαν την έννοια της αιρέσεως, δεχόμενοι ως «ισότιμες, ισάξιες και αδελφές εκκλησίες» τις σύγχρονες μεγάλες αιρετικές παρασυναγωγές του Παπισμού και του Προτεσταντισμού, αλλά και την παλαιά, αρχαία αίρεση του Μονοφυσιτισμού2.

Τέκνα μου αγαπητά και περιπόθητα,

Το Συνοδικό της Ορθοδοξίας είναι ένα κείμενο, το οποίο διατυπώνει και εκφράζει την καθολική πίστη και το δόγμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας. Περιέχει δηλ. την διδαχή της για το ίδιο το περιεχόμενο της ζωής της. Το δόγμα διασώζει την ζωή της Εκκλησίας, πληροφορεί τον κόσμο γι'αυτή τη ζωή, ενώ παράλληλα καταγράφει και την ιστορική μαρτυρία και συνείδηση αυτής της ζωής. Γι’αυτό και η Ορθόδοξος Εκκλησία μας ενέταξε το Συνοδικό στην λατρεία της σήμερα, Κυριακή της Ορθοδοξίας, ώστε να διαβάζεται σε στάση προσοχής και προσευχής ως ιερό δογματικό κείμενο. Αμήν.

Έτη πολλά και εύδρομος η Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή!

Μετά πατρικών ευχών

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
+ ο Πειραιώς Σεραφείμ


1Τριώδιον, ἐκδ. «Φῶς Χ.Ε.Ε.Ν.», Ἀθήνα 2010, σ. 618.

2ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒ. ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΖΗΣΗΣ, «Στόν Πειραιά γιορτάσθηκε αὐθεντικά ἡ Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας», Θεοδρομία ΙΔ1 (Ἰανουάριος-Μάρτιος 2012) 3-4.

3 Σχ. βλ. ΑΡΧΙΜ. ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΘΕΟΧΑΡΗΣ, Τό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας, Ὁμιλία στόν Κατανυκτικό Ἑσπερινό στήν Φλώρινα τήν Κυριακή 9-3-2014 (Α΄ Νηστειῶν).

4Τριώδιον Κατανυκτικόν, ἐκδ. Φῶς ΧΕΕΝ, Ἀθήνα 2001, σσ. 618-635.

5Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας. Μτφρ. Ἠ.Γ.ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ, ἐπιμέλεια-σχόλια ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΑΚΙΔΗΣ, ἐκδ. Ἁρμός, Ἀθήνα 2006, σ. 11.

6ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΣ, Πηγές Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας, ἐκδ. Ἀρμός, Ἀθήνα 19982, σ. 118.

7ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Πηδάλιον, σσ. 396-398.

8Β΄ Τόμος Συνοδικῶν, σ. 724.

9Α΄ Κορ. 16, 22.

10ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Ἑρμηνεία εἰς τάς ΙΔ΄ ἐπιστολάς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, τ. Α΄, ἐκδ. Ὀρθόδοξος Κυψέλη, Θεσ/κη 1989, σ. 697.

11Γαλ. 1, 8. Ἔνθ'ἀνωτ., τ. Β΄, Θεσ/κη 1990, σσ. 248-249.

12Σχ. βλ. ἡμέτερον κείμενον μέ θέμα «Διευκρινήσεις γιά τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας», 14-3-2012, http://www.impantokratoros.gr/64EFF01C.el.aspx

13Ρωμ. 5, 5.

14Εβρ. 13, 8.

15Τριώδιον, ἐκδ. «Φῶς Χ.Ε.Ε.Ν.», Ἀθήνα 2010, σ. 628.

16 Πράξ. 20, 29.

17 ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒ. ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΖΗΣΗΣ, ἔνθ'ἀνωτ., σ. 5.

agioritikovima.gr