24/9/16

Αφιερωμένο στον ανιστόρητο Φίλη.... Η στάση της Εκκλησίας μας στην κατοχή. (μέρος 2ο)

Ο Δαμασκηνός
συνέχεια από το 1ο μέρος

Του Αρχιμανδρίτη Ιουστίνου Δ. Μαρμάρινου, 
Δντη Θρησκευτικού ΓΕΝ

Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ ΤΟΥ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ ΚΑΙ Η ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΦΟΡΑΣ ΤΟΥ

Στοιχεία του χαρακτήρα του Χρύσανθου 

Κατά την ενθρόνισή του ως Μητροπολίτου Τραπεζούντος ο Χρύσανθος άφησε να διαφανεί μία σημαντική πτυχή του χαρακτήρα του. Στον ενθρονιστήριο λόγο του ανέφερε μεταξύ άλλων ότι: «προτιμώ ιπτάμενος ως αετός να πέσω, η έρπων να ζήσω» και προσέθεσε: «ουδέποτε θα κάμψω γόνυ τω Βάαλ δια συμφέρον ή ανάγκην, ούτε δια φόβον τη εικόνι τη χρυσή προσκυνήσω, αλλά πάση δυνάμει θα αγωνισθώ προς προαγωγήν του εμπιστευθέντος μοι ποιμνίου παλαίων προς τους αντιδραστικούς κοσμοκράτορας του αιώνος τούτου»43. Στα λόγια αυτά, όπως αποδείχθηκε και από τα μετέπειτα γεγονότα, δεν κρυβόταν κάποιος ρητορισμός ή σχήμα λόγου, αλλά αντιθέτως εκφραζόταν η απόφαση του να ζήσει με αξιοπρέπεια και εθνική υπερηφάνεια σε καιρούς εθνικά δύσκολους, κατά τους οποί­ους το να αναλάβει κάποιος τα καθήκοντα του Μητροπολίτη σήμαινε ταυτόχρονα και ανάληψη κινδύνου για την ίδια του τη ζωή. Ήταν αδιανόητο για το Χρύσανθο να προβεί σε κάποια πράξη συμβιβασμού, προκείμενου να εξασφαλίσει τη θέση του. Άλλωστε και όταν μετά την εκδίωξή του από τους Τούρκους και την εγκατάσταση του στην Αθήνα του προ­τάθηκε θέση Μητροπολίτη ο ίδιος αρνήθηκε να «τακτοποιηθεί» σε κάποια Μητρόπολη44.

Ο Χρύσανθος ήταν από το χαρακτήρα του αυστηρός και απόλυτος, όχι τόσο με τους άλλους όσο κυρίως με τις αρχές του και με τον ίδιο του τον εαυτό. Ήθελε με αυτόν τον τρόπο να αντιδρά στη χαλαρότη­τα που ήταν η αρρώστια των ανθρώπων της εποχής του, χαλαρότητα όχι τόσο των ηθών όσο των συνειδήσεων. Ο Στ. Κανονίδης γρά­φει για τον Χρύσανθο: «Η συμβατικότης κι οι συμβιβασμοί ήταν πράγματα ανύπαρκτα στα διανοήματα και στις πράξεις του. Η αρετή, τα ιδανικά, το Γένος, η Εκκλησία, μπορεί για πολλούς να είναι ποικίλματα άδειου ρητορικού λόγου. Για κείνον ήσαν οντότητες ζώσαι, προσκυνηταί τρισέβαστοι. Και ήξαιρε (sic) να τις υπηρετή με το ίδιο ευλαβές δέος, που μ' αυτό έμαθε να τελή τα φρικτά μυστήρια του Θεού»45.

Ο μητροπολίτης Λευκάδος και Ιθάκης Δωρόθεος στον επιμνημόσυνο λόγο του που εξεφώνησε στο Συνοδικό μνημόσυνο το Νοέμβριο του 1949 περιέγραψε τον Χρύσανθο ως άνδρα μεστό συνέσεως, ολύ­μπιον την εμφάνισιν, ο οποίος «ενέκλειεν εν τω οστρακίνω σκεύει της σαρκός αυτού θησαυρόν ακάμπτου και χαλυβδίνου χαρακτήρος, γνωρίζων υπέρ των καθαρώς εκκλη­σιαστικών και χριστιανικών αρχών αυτού να θραύεται και να σπάζη, αλλ' ουδέποτε να λυγίζη και να κάμπτεται»46.

Ο Άνθιμος Παπαδόπουλος περιγράφει την «ακαμψίαν του χαλυβδίνου χαρακτήρος, του Χρυσάνθου, την οποίαν άλλοι ωνόμαζαν σχολαστικότητα αναχρονιστικήν, ημείς όμως καλούμεν αρετήν αρχιερατικήν. Ο άνθρωπος εκείνος ήτο μονοκόμματος και αλύγιστος. Δεν εγνώριζε τι θα πη ανάγκη προσαρμογής προς τας περιστάσεις, της οποίας ελατήριον θα ήτο το ατομικόν συμφέρον»47.

Τον κατηγόρησαν πως ήταν απρόσιτος και απλησίαστος, αυτό όμως συνέβαινε σε όσους ήταν αδύνατον να κατανοήσουν και να πλησιάσουν το ύψος και το μεγαλείο του ανδρός48. Αντιθέτως οι πόρτες του σπιτιού του καθώς και της καρδιάς του, ήταν πάντα ανοιχτές σε γνωστούς και σε ξένους. Γνώριζε όμως να προφυλάσσει και το αξίωμα και τη θέση του με ιεροπρέπεια από πολλές κοσμικότητες που πολιορκούν προσωπικότητες του κύρους και της ακτινοβολίας του Χρυσάνθου49.

Δεν θα ήταν παράξενο λοιπόν, μετά από όλα αυτά, να δικαιολογηθεί η άκα­μπτη στάση του έναντι των Γερμανών ως πράξη αυθόρμητη ενός τόσο αλύγιστου και ασυμβίβαστου χαρακτήρα, ήταν όμως έτσι τα πράγματα; Αυτό θα προσπαθήσουμε να διερευνήσουμε στη συνέχεια.
Ο Χρύσανθος
ΠΡΑΞΗ ΕΠΙΛΟΓΗΣ Ή ΑΥΘΟΡΜΗΤΙΣΜΟΥ; 

Πέρα από την ακεραιότητα του χαρακτή­ρα του και το σεβασμό των αρχών και των αξιών στις οποίες πίστευε ως ορθόδοξος ιεράρχης, ο Χρύσανθος διέθετε και μία σειρά ολόκληρη από άλλα χαρίσματα τα οποία δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε στην προσπάθειά μας να ερμηνεύσουμε τη στάση του έναντι των Γερμανών.

Ο Χρύσανθος από τη νεαρή του ηλικία, ως διάκονος στην Τραπεζούντα είχε επιδείξει μοναδική υπευθυνότητα και αξιόλογα διοικη­τικά χαρίσματα. Αυτά ακριβώς τα χαρίσματα τον ανέδειξαν σε αξιοσέβαστη προσωπικότητα της πόλεως και γι' αυτό ανέλαβε τόσο νέος αυ­τός καθήκοντα γενικού Αρχιερατικού κατά την απουσία του Μητροπολίτη Κωνσταντίου.

Από την εποχή αυτή (1906) χρονολο­γούνται οι πρώτες εξαρχικές αποστολές που του ανατέθηκαν και τις έφερε όλες εις πέρας με επιτυχία50. Από τότε και μέχρι την ανάδειξή του εις Αρχιεπίσκοπο Αθηνών ανέ­λαβε δεκάδες άλλες αποστολές ως Μητρο­πολίτης Τραπεζούντος η ως πατριαρχικός έξαρχος, στις οποίες αναδείχθηκε και τοιδιαίτερο διπλωματικό τάλαντο, το οποίο διέθετε ο Χρύσανθος.

Αποκορύφωμα της διπλωματικής αυτής δεινότητας του Χρυσάνθου ήταν ασφαλώς η συνδιάσκεψη των Παρισίων (1919) και του Λονδίνου (1921), όπου είναι γενικώς ανα­γνωρισμένη και πολύτιμη η εκεί συμβολή του για την κατοχύρωση των δικαίων του μικρασιατικού Ελληνισμού51.

Αυτό δηλαδή που δεν μπορεί να καταλο­γιστεί στον Χρύσανθο είναι η απειρία η η αδυναμία διπλωματικού χειρισμού της υπό­θεσης της υποδοχής των Γερμανών και της συνεργασίας με τους Έλληνες συνεργάτες τους. Συγκεκριμένα μάλιστα για την υπόθεση της σταθερής άρνησής του να συμμετάσχει στην επιτροπή παράδοσης της πόλεως των Αθηνών ο Χρύσανθος κάθε άλλο παρά πρω­τόπειρος ήταν σε παρόμοιες καταστάσεις.

Κατά τις διαδοχικές μάλιστα καταλήψεις της πόλεως της Τραπεζούντος από διαφο­ρετικούς Στρατούς, κατά τη διάρκεια της Αρχιερατείας του, ο ίδιος ανέλαβε πρωταγω­νιστικό ρόλο στην παράδοση και παραλαβή της πόλεως με μοναδικό σκοπό την διάσωση του πληθυσμού της πόλεως, χριστιανικού αλ­λά και μουσουλμανικού. Η αναγνώριση των υπηρεσιών του Χρυσάνθου υπήρξε ομόφωνη τόσο από τους διαδοχικούς κατακτητές της πόλεως Ρώσους και Τούρκους, όσο και κυρί­ως από το λαό της ευρύτερης περιοχής, κάθε φυλής και θρησκείας, που έλαβε τα ευεργε­τικά αποτελέσματα της προστασίας του. Ο ίδιος ο Χρύσανθος μάλιστα στο ημερολόγιό του συσχετίζει τη συμπεριφορά του κατά την υποδοχή των Γερμανών στην Αθήνα, με την υποδοχή των Ρώσων στην Τραπεζούντα το 191652, η οποία οπωσδήποτε αποτελεί πείρα περί των σχετικών θεμάτων που δε συμβαίνει να την έχουν πολλοί άνθρωποι.

Μήπως ειδικά για τους Γερμανούς είχε κάποιο λόγο ο Χρύσανθος να φερθεί σκληρά και απότομα και εξ αυτής της αντιπάθειάς του να εξηγείται η στάση απέναντί τους;

Είναι γεγονός ότι, όπως αναφέρει ο Στ. Κανονίδης, «ο ίδιος, ο Χρύσανθος, είχεν ονο­μάσει δημοσία βαρβάρους τους Γερμανούς και όλα τα χρόνια της κατοχής ο Μπέριγκερ δεν έπαυσε να το ενθυμείται»53. Ποτέ όμως πριν από τον πόλεμο δεν είχε εκφραστεί με περιφρόνηση κατά των Γερμανών. Αντίθετα μάλιστα κατά τη διάρκεια των σπουδών του στη Γερμανία και την Ελβετία θαύμασε το γερ­μανικό πολιτισμό, έμαθε φυσικά τη γλώσσα και παρακολούθησε στη Λειψία αρκετά από τα αριστουργήματα του Wagner, του Schiller και του Gothe. Όπως μάλιστα ομολογεί και ο ίδιος, τότε στο Μόναχο και στο Dahaw(!) πέ­ρασε τις ωραιότερες ημέρες της ζωής του54.

Στο διάλογό του με το στρατηγό Stumme στην αρχιεπισκοπή Αθηνών ο Χρύσανθος εξέφρασε στο Γερμανό Στρατηγό το παράπο­νο όλων των Ελλήνων που είχαν σπουδάσει στη Γερμανία και την απογοήτευσή τους από την άδικη επίθεσή τους κατά της Ελλάδας.

Φαίνεται ότι ο Χρύσανθος πρωτίστως στο διάλογο αυτό εκφράζει τα προσωπικά του αισθήματα και την απογοήτευσή του από την τόσο άδικη συμπεριφορά ενός λαού, τον οποίο τόσο είχε αγαπήσει και θαυμάσει.

Καμία λοιπόν συμπάθεια η συνεργασία δεν μπορούσε να υπάρξει ανάμεσα στον τόσο ακέραιο στο χαρακτήρα και στη συμπεριφορά Αρχιεπίσκοπο και σ' ένα στρατό κατοχής, που τόσο κατάφωρα παραβίαζε την ελευθερία και τα δικαιώματα ενός ολόκληρου λαού.

Η αντίδραση όμως του Χρυσάνθου ένα­ντι των Γερμανών δε μπορεί να αποδοθεί σε αυθόρμητη αντίδραση κατά των κατακτητών. Η συναίσθηση της ευθύνης του έναντι του ποι­μνίου του ήταν τέτοια που με καμία δύναμη δε θα άφηνε τον εαυτό του να ενεργήσει σπασμωδικά και χωρίς να υπολογίσει τις συ­νέπειες. Άλλωστε το κόστος από μία τέτοια άκαμπτη και απόλυτη στάση θα ήταν πρώτα πρώτα για τον ίδιο πολύ μεγάλο. Ο ίδιος όμως είχε δηλώσει σχετικά πως όχι μόνο το θρόνο του αλλά και τη ζωή του την ίδια ήταν πρόθυ­μος να θυσιάσει, αν χρειαζόταν, προκείμενου να μείνει πιστός στο καθήκον του, όπως του­λάχιστον το αντιλαμβανόταν αυτός.

Από όλα τα παραπάνω συμπεραίνουμε πως η στάση του Χρυσάνθου ήταν αποτέλε­σμα σοβαρής σκέψης και απόφασης να μην κάνει καμιά υποχώρηση στις αρχές του και να μην έχει την παραμικρή συνεργασία με τους Γερμανούς, αντίθετα να τους αντιμε­τωπίσει με εθνική υπερηφάνεια και άφοβη ανδροπρεπή στάση αν όχι ακόμη και με πε­ριφρόνηση, γνωρίζοντας επακριβώς τις συ­νέπειες τις οποίες θα προκαλούσε η στάση του αυτή. Και τελικά δεν τις απέφυγε.

Το αν αυτή η στάση και η εν συνεχεία συ­μπεριφορά και δράση του Χρυσάνθου ωφέ­λησαν τον ελληνικό λαό, θα το εξετάσουμε εν συντομία στην επόμενη ενότητα.

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ ΤΟΥ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΕΘΝΟΣ 

Ήταν ευτυχής η συγκυρία ή καλύτερα η Πρόνοια του Θεού να βρίσκεται στον αρχιεπισκοπικό θρόνο των Αθηνών, κατά την είσοδο των Γερμανών, ένας άνδρας του χαρακτήρα και του ψυχικού μεγαλείου του Χρυσάνθου. Το μόνο αίσθημα το οποίο αδυ­νατεί ο ιστορικός να ανιχνεύσει στην ψυχή του μεγάλου και γαλήνιου αυτού Ιεράρχη κατά τις ημέρες εκείνες είναι ο φόβος και η δειλία. Μισούσε τη δειλία όσο τίποτε άλλο, γιατί αυτή ευτελίζει την εικόνα του Θεού, τον άνθρωπο55.

Αυτό ακριβώς που χρειαζόταν ο ελληνι­κός λαός την ώρα εκείνη της κατάρρευσης και της απελπισίας, όταν μετά τόσους αγώ­νες και τόσες θυσίες έβλεπε τη χιτλερική σημαία να κυματίζει πάνω στο βράχο της Ακροπόλεως, δεν ήταν ασφαλώς διαπραγμα­τεύσεις για καλύτερες συνθήκες σκλαβιάς και κατοχής. Αυτό που ζητούσε ήταν μία πράξη τόλμης, ένα μήνυμα για να συνεχίσει να ζει και να ελπίζει για μία ελεύθερη και πάλι Ελλάδα, μία κίνηση που θα έδειχνε πως ο λαός αυτός διαθέτει αξιοπρέπεια και ψυχικά αποθέματα για να αντισταθεί και να νικήσει. Αυτήν ακριβώς τη δύναμη του χάρισε ο αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος, με την ηρωική του απόφαση να μην υποδεχθεί τους Γερμανούς, να μην ορκίσει τη γερμανόδουλη Κυβέρνηση και να φερθεί με θάρρος και τόλμη στη συνάντησή του με τον πανίσχυρο Γερμανό στρατηγό - κατακτητή. Ο Χρύσαν­θος με τη στάση του αυτή αναδεικνύεται πρώτος Αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης, που δίνει το σύνθημα για μία ηρωική, αξιο­πρεπή, εθνικά υπερήφανη αντίσταση κατά του κατακτητή.

Ο Α. Τερζόπουλος στον επικήδειο λό­γο του, προ της σορού του Χρυσάνθου, το 1949, λέγει χαρακτηριστικά πως και χωρίς τα περιστατικά αυτά της αντιστάσεως του Χρυσάνθου ήταν αναπόφευκτη η εκθρόνισή του από τις κατοχικές αρχές. «Οι επιδρομείς ήσαν αφορήτως σκαιοί, αυτός δε από μεταλλον άκαμπτον». Αφορμές για να παραι­τηθεί θα αναπηδούσαν ανά πάσαν στιγμή. Ο Χρύσανθος έσπευσε να επωφεληθεί της πρώτης ευκαιρίας που του προσφέρθηκε, γιατί θεώρησε καθήκον και χρέος του, από την υψηλή θέση που κατείχε, να δώσει ακριβώς το μήνυμα αυτό πως η κατοχή δεν είναι το τέλος, ο αγώνας συνεχίζεται, και ότι άλλο τέλος δεν είναι νοητό παρά μόνο η ανάκτηση της Ελευθερίας56.

Ο Χρύσανθος εξ αιτίας της στάσεώς του αυτής αντικαταστάθηκε από τους κατα­κτητές στον αρχιεπισκοπικό θρόνο, ο ίδιος όμως συνέχισε την ίδια αλύγιστη και εθνικά υπερήφανη στάση του όλα αυτά τα χρόνια της κατοχής. «Και εις τας φοβερωτέρας στιγμάς των δισταγμών και των κάμψεων σωμά­των και ψυχών κόσμος πολύς προσήρχετο εις το ερημητήριον της οδού Σουμελά για να αντλήση πίστιν, καρτερίαν και ελπίδα», σημειώνει στον αποχαιρετιστήριο λόγο του προς τον νεκρό Χρύσανθο ο τότε υπουργός Δημοσίων έργων Στ. Νικολαΐδης57.

Η απήχηση που είχε η ηρωική στάση του Χρυσάνθου εκδηλώνεται με το μεγάλο σεβασμό και την αναγνώριση της προσφο­ράς του από τον ελληνικό λαό, που ξέρει να τιμά τους αληθινούς ποιμένες του και να ακολουθεί το παράδειγμά τους.

Η ωφέλεια όμως είναι μεγάλη και για την ίδια την Εκκλησία η οποία αποδεικνύε­ται για άλλη μία φορά πως ξέρει να συνεχί­ζει την παράδοση των μεγάλων μαρτυρικών ιεραρχών, όπως του Γρηγορίου του Ε', του Χρυσοστόμου Σμύρνης και τόσων άλλων, και γνωρίζει να επιτελεί την υψηλή απο­στολή της σε καιρούς χαλεπούς.

Η απόφασή του βέβαια να έλθει σε ρήξη με τους Γερμανούς έφερε την ανατροπή της εκκλησιαστικής κανονικότητας που εκ­προσωπούσε μέχρι τότε ο ίδιος. Όσο όμως κι αν διαφωνούσε με την νέα εκκλησιαστική κατάσταση, ποτέ δε στάθηκε εμπόδιο στην απρόσκοπτη επιτέλεση της εκκλησιαστικής και εθνικής της αποστολής, έστω και υπό άλλον Αρχιεπίσκοπο.

Ασφαλώς αν παρέμενε ο Χρύσανθος στον αρχιεπισκοπικό θρόνο, θα είχε αποφευ­χθεί η ανάμειξη της Εκκλησίας στα πολιτικά πράγματα και η ανάληψη κυβερνητικών θέ­σεων από τον Αρχιεπίσκοπο, ενέργεια την οποία ο Χρύσανθος θεωρούσε αντικανονική και απαράδεκτη. Πάντως και με τον Χρύσαν­θο και με τον Δαμασκηνό, όσο διαφορετικοί και αν ήταν οι δύο αρχιεπίσκοποι, η Εκκλη­σία απετέλεσε την υψηλή αποστολή της στους δύσκολους εκείνους καιρούς και υπηρέτησε με ηρωικό τρόπο το μαρτυρικό της ποίμνιο.

Όπου στην εργασία μας αντιπαραθέσα­με τη στάση του Χρυσάνθου έναντι αυτής του Δαμασκηνού δεν ήταν ασφαλώς για να υποτιμήσουμε τον ηρωισμό ή την προσφορά του δευτέρου. Ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκη­νός μπορεί να όρκισε τις κατοχικές Κυβερ­νήσεις, να συνεργάστηκε με τις αρχές στα χρόνια της Κατοχής, αλλά ενεργούσε προς όφελος του ελληνικού λαού και του Έθνους, και πάντα με κίνδυνο να χάσει κι αυτός τη θέση του αλλά και τη ζωή του. Όπως μάλι­στα έλεγε και ο αείμνηστος Γ. Παπανδρέου, ο Δαμασκηνός «όρθωσε το ανάστημά του, έδωσε γόητρο στην Εκκλησία και χρήσιμος υπήρξε στο Έθνος»58.

Η διαφορά του Χρυσάνθου με το Δαμασκηνό ήταν πως ενώ του δευτέρου την αντιστασιακή δράση τη διαδέχτηκε η αναγνώριση, η δόξα και η εξουσία, τον ηρωισμό του Χρυσάνθου τον διαδέχτηκε η αφάνεια και η περιθωριοποίηση, τόσο από τις κατοχικές όσο και από τις πρώτες μεταπολεμικές ελληνικές αρχές. Πάντως και για τους δύο η ιστορία αναγνωρίζει περίο­πτη θέση και μέσω αυτών αναγνωρίζει τη μεγάλη προσφορά της Εκκλησίας προς το Έθνος στις πραγματικά δύσκολες εκείνες ιστορικές συνθήκες.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ 

43 "Τρεις Ιεράρχαι", Ιούλιος 1913, φ.183, σ. 640, από το θ. Στράγκα Δ', σ. 2353.
44 Βλ. ανωτέρω, σ. 6.
45 Στ. Κανονίδη, Χύσανθος1, σ. 315.
46 Δωροθέου Λευκάδος, σ. 326.
47 Αν. Παπαδοπούλου, σ. 225.
48 Ο καθηγητής Κ. Μπόνης (Εκκλησία, ΜΖ (1970), σ. 542) αναφέρεται στη πρώτη συνάντησή του με το Χρύ­σανθο το 1937 στο «δυσπεριγράπτου απλότητος» γραφείο του Χρυσάνθου και στην βαθύτατη εντύπωση που του προκλήθηκε «επί τη αντικρίσει της επιβλητικής, όσον και γλυκυτάτης μορφής του ανδρός».
49 Όταν στις 6 Ιανουαρίου 1938 έλαβε πρόσκληση από τον Άγγλο πρέσβη για δεξίωση στις 11 του μηνός στην Πρεσβεία, όπου καλεσμένη ήταν και η βασιλική οικογένεια, απάντησε πως «επειδή υποθέτω πως η εσπερίς θα έχει μάλλον κοσμικόν χαρακτήρα, παρακαλώ να επιτρέψητε εις εμέ ως κληρικόν να μην προσέλθω» (Π. Στάμου, σ. 55).
50 Πρώτη αποστολή του Χρυσάνθου ήταν να εφαρμόσει το κοινοβιακό σύστημα στην πατριαρχική Μονή Σουμελά του Πόντου κατ' απόφαση της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας και κατ' ανάθεση του Μητροπολίτη Κωνσταντίου. Αν. Παπαδοπούλου, σ. 209, 210.
51 Βλ. ανωτέρω, σ. 5.
52« Ενθυμούμαι ότι το 1916, ότε ήμην Μητροπολίτης Τραπεζούντος και προσωρινός Διοικητής του τόπου, και επί τη προσεγγίσει των Ρώσων, οίτινες ήρχοντο εις Τραπεζούντα ως ελευθερωταί και όχι ως δουλωταί πάλιν δεν μετέβην ο ίδιος να παραδώσω την πόλιν αλλά έστειλα ένα απλούν πολίτην μετά του Αμερικανού Προξένου...» (Γ. Τασούδη Β', σ. 371).
53 Στ. Κανονίδη, Χρύσανθος1, σ. 316.
54 Γ. Τασούδη Α', σ. 56.
55 «Ο ίδιος ηλεκτρίζετο από τον κίνδυνο. Και μπορούσες να είσαι βέβαιος, ότι την ώρα της απόφασης από τις λύσεις που είχε να διαλέξει θα προτιμούσε την πιο γενναία. Αλήθεια, μέσα στο ασθενικό εκείνο σώμα εκατοικούσε ατρόμητη ψυχή»( Στ. Κανονίδη, Χρύσανθος1, σ. 316).
56 Συντάξεως, Χρονικά, σ. 265.
57 Συντάξεως, Χρονικά, σ. 261.
58 Ηλ. Βενέζη, σ. 20.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Πηγές

* Τασούδη Γ, Α' = «Βιογραφικοί Αναμνήσεις του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρυσάνθου του από Τραπεζούντος, 1881-1949», επιμέλεια και έκδοση υπό..., Αθήνα 1970.

* Τασούδη Γ, Β' = «Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρύσανθος ο από Τραπεζούντος, Η εθνική και Εκκλησιαστική Δράσης του 1926-1949» (εκ του αρχείου του) βιβλίο δεύτερο, επιμέλεια και έκδοση υπό..., Αθήνα 1972.

* Τασούδη Γ, Γ' = «Άρθρα και Μελέται Χρυσάνθου Αρχιεπισκόπου Αθηνών του από Τραπεζούντος, 1911-1949», υπό..., βιβλίο τρίτο, Αθήναι 1977.

Βοηθήματα

* Ατέση Β. = Βασιλείου Ατέση, «Επίτομος Επισκοπική Ιστορία της Εκκλησίας της Ελλάδος, από του 1833 μέχρι σήμερον», τ. Α'-Γ, εν Αθήναις 1948-1969.
* Βαλληνδρά Νικοδήμου = Νικοδήμου Βαλληνδρά, Μητροπολίτου Πατρών, «Η Εκ­κλησία εις τον Αγώνα και την Αγωνίαν του Έθνους», Δίπτυχα της Εκκλησίας της Ελλάδος 1999, εκδ. Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, σσ. θ'-ιγ'.
* Βενέζη Ηλ. = Ηλ. Βενέζη «Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός. Οι χρόνοι της δουλείας», εκδ. Εστίας, Αθήνα 1981.
* Βοβολίνη Κ. «Η Εκκλησία εις τον Αγώνα της Ελευθερίας», Αθήναι 1952.
* Γατοπούλου Δ., «Ιστορία της Κατοχής», εκδ. β', «Μέλισσα», Αθήνα χ. χρ.
* Διονυσίου, Μητροπολίτου Λήμνου, «Ο Αθηνών Χρύσανθος», Ανάπλασις 1954, φ. 24, 351.
* Διονυσίου, Μητροπολίτου Τρίκκης και όταγών (από Λήμνου), « Η Αντίστασις του Ελληνικού Κλήρου κατά τον Β' Παγκόσμιον Πόλεμον και την Κατοχήν», ΘΗΕ 2 (1963) 930-939.
* Δωροθέου Λευκάδος = Δωροθέου Παλλαδινού, Μητροπολίτου Λευκάδος και Ιθάκης, «Επιμνημόσυνος εις τον Αρχιεπίσκοπον Αθηνών Χρύσανθον», Ενορία Δ' (1949) 326-327.
* Κανονίδη ότ., Χρύσανθος1 = ότ. Κανονίδη, «Χρύσανθος», Ανάπλασις 1954, φ. 22, 314-317.
* Κανονίδη ότ., Χρύσανθος 2 = ότ. Κανονίδη, «Χρύσανθος Φιλιππίδης» Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου, τ.18, Αθήναι χ. χρ., σ. 759-760.
* Καραγιάννη Γ. =  Γ. Καραγιάννη, «Εκκλησία και Κράτος 1833-1997. Ιστορική επισκόπηση των Σχέσεων τους», εκδ. «Το Ποντίκι», Αθήνα 1997. * Κύρου Αχ., «Σκλαβωμένοι Νικηταί», Αθήναι 1945.
* Κωνσταντινίδη I. = I. Κωνσταντινίδη «Χρύσανθος», ΘΗΕ 12 (1968) 397-401. * Λογοθετόπουλου Κ., «Ιδού η Αλήθεια», Αθηναι,1948.
* Ματθαιάκη Τίτου, «Η Συμβολή του Ορθοδόξου Κλήρου εις τον Πόλεμον 40-41», Εκκλησία ΛΑ' (1954) 320-367.
* Μπόνη Κ. Γ., «Χρύσανθος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος» (1881-1949), Εκκλησία ΜΖ' (1970) 541-548.
* Ξενογιάννη Κ. Ν., «Η Εκλογή των Αρχιεπισκόπων Δαμασκηνού και Χρυσάνθου εξ Απόψεως Κανονικής», Αθήναι 1959.
* Παπαδόπουλου Αν. = Αρχιμ. Ανθίμου Α. Παπαδόπουλου «Χρύσανθος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών ο από Τραπεζούντος(1881-1949)», Αρχείον Πόντου ΙΔ (1949) 209-234.
* Παπαμιχαήλ Γρ., «Ο πρώην αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρύσανθος», (Λόγος επικήδειος), Νέα Εστία ΜΣΤ' (1949)1361-62.
* Παρασκευοπούλου Γ. = Αρχιμ. Γερβασίου Παρασκευοπούλου «Ο Χρύσανθος και η «υποδοχή» των Γερμανών», Ανάπλασις 1954, φ. 23, 328-329.
* Πυρομάγλου Κ. = Κ. Πυρομάγλου, «Ο Γεώργιος Καρτάλης και η εποχή του 1934­57», τ. Α'-Β', εκδ. «Ιστορική Ερευνά», Αθήναι 1965.
* Ράλλη Γ., Ο Ιωάννης Δ. Ράλλης ομιλεί εκ του Τάφου, Αθήναι 1947.
* Σταθάκη Β., «Χρύσανθος Φιλιππίδης», Ακτίνες 42 (1979) 250-251.
* Στάμου Π. = Π. Γ. Στάμου, «Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Χρύσαν­θος ο από Τραπεζούντος (1881-1949)», Αθήναι 1994.
* Στράγκα Θ. = Αρχιμ. Θεοκλήτου Α. Στράγκα, «Εκκλησίας Ελλάδος Ιστορία εκ πηγών αψευδών 1817-1967», τ. Α'-ΣΤ', Αθήναι 1969-1980.
* Συντάξεως, Χρονικά = Συντάξεως «Χρονικά», Αρχείον Πόντου ΙΔ' (1949) 259-266.

ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΤΕΥΧΟΣ 232 
koukfamily.blogspot.gr