10/4/17

Οι Ευρωπαίοι εθνικιστές εγκαταλείπουν τον Τραμπ η Μέρκελ τον επικροτεί!

Η απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να δώσει το «πράσινο φως» για την επίθεση στη βάση της Χομς στη Συρία, έγινε με την ένθερμη υποστήριξη και τις «ευλογίες» εκ μέρους των ηγεσιών αρκετών χωρών - κυρίως μελών της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας. Πώς όμως «υποδέχτηκαν» την ενέργεια αυτή οι «παραδοσιακοί» ακροδεξιοί υποστηρικτές του προέδρου των ΗΠΑ;

Τα σχόλια του Farage αποτυπώνουν το κύμα εκείνο των ακροδεξιών που δηλώνουν ενοχλημένοι και απογοητευμένοι από την επίθεση των αμερικανικών δυνάμεων κατά της βάσης στη Χομς. Ο Bρετανός Nigel Farage, επικεφαλής των ευρωσκεπτικιστών και ένθερμος υποστηρικτής του Brexit, είχε εκφράσει ανοικτά τη στήριξή του στο πρόσωπο του Τραμπ. Ήδη από την προεκλογική του καμπάνια ήταν ομιλητής σε αρκετές περιοδείες του και έσπευσε να τον συναντήσει αμέσως μετά τις αμερικανικές προεδρικές εκλογές.

Το πρωί της Παρασκευής όμως, κάτι άλλαξε: Ο ίδιος, δήλωσε «εξαιρετικά έκπληκτος» από την επέμβαση στη Συρία. 

«Πιστεύω ότι πολλοί από τους ψηφοφόρους του Τραμπ θα σηκώθηκαν σήμερα και θα διερωτήθηκαν 'Πού κατέληξαν όλα αυτά;'. Ως ένθερμος υποστηρικτής του Τραμπ λέω 'ναι, οι εικόνες ήταν φρικτές, αλλά είμαι έκπληκτος' » είπε, υποστηρίζοντας πως «σε μια χώρα που σπαράσσεται από τον ισλαμικό εξτρεμισμό, ο Άσαντ, παρά τις αμαρτίες του, φαντάζει κοσμικός». 

Τα σχόλια του Farage αποτυπώνουν το κύμα εκείνο των ακροδεξιών που δηλώνουν ενοχλημένοι και απογοητευμένοι από την επίθεση των αμερικανικών δυνάμεων κατά της βάσης στη Χομς, ως αντίποινα για τον χημικό όλεθρο της περασμένης Τετάρτης, για τον οποίο οι ΗΠΑ κατηγόρησαν το καθεστώς Άσαντ.

Αυτοί που επευφημούσαν τον Τραμπ για τη στάση που τήρησε στην προεκλογική του εκστρατεία λέγοντας πως δεν επιθυμεί οι ΗΠΑ να επεμβαίνουν στο εξωτερικό, καθώς δεν πρέπει να αναλαμβάνουν τον ρόλο του «παγκόσμιου αστυνομικού», έμειναν εμβρόντητοι από την αμερικανική επέμβαση.

Αντίθετα, όσοι μέχρι πρότινος εξαπέλυαν βέλη κατά του Αμερικανού προέδρου, έσπευσαν χθες να επικροτήσουν την απόφασή του.
Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι ο Γάλλος πρόεδρος Φρανσουά Ολάντ και η Γερμανίδα Καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ.

Στη Βρετανία, ο γ.γ. του υπουργείου Άμυνας Michael Fallon είπε στο BBC ότι «στηρίζουμε πλήρως αυτό που έκαναν οι Αμερικανοί» και πρόσθεσε πως η επίθεση ήταν «περιορισμένη και εξ ολοκλήρου κατάλληλη».

Ο Farage από την άλλη, κάλεσε τη Βρετανία «να μην αναμιχθεί ποτέ ξανά σε οποιαδήποτε επίθεση... Προηγούμενες επεμβάσεις στη Μέση Ανατολή έχουν επιδεινώσει την κατάσταση» είπε. Στο ίδιο μήκος κύματος ο επικεφαλής του Κόμματος Ανεξαρτησίας Paul Nuttall, τόνισε πως ο βομβαρδισμός ήταν «απερίσκεπτος, πολεμοχαρής και παράλογος, χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Θα περίμενα κάτι καλύτερο».

Στη Γαλλία, η ακροδεξιά Μαρίν Λεπέν, τήρησε επίσης αποστασιοποιημένη στάση λέγοντας πως «καταδικάζει σθεναρά την φρικτή επίθεση στη συριακή βάση».

Μιλώντας στο France 2 η Λεπέν δήλωσε ακόμη πως «Υπήρχαν ακόμη πολλά ερωτήματα να απαντηθούν, πολλές έρευνες να γίνουν από μια ανεξάρτητη διεθνή Αρχή για το τι συνέβη στην Ιντλίμπ, πριν γίνει οποιαδήποτε επέμβαση». 

Φωνές στις ΗΠΑ επίσης εξέφρασαν την καταδίκη τους για την αμερικανική επίθεση στη βάση της Χομς. «Είμαι εξαιρετικά προβληματισμένος επειδή η επίθεση θα μπορούσε να οδηγήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες για μια ακόμη φορά να συρθεί στο τέλμα της μακροχρόνιας στρατιωτικής εμπλοκής στη Μέση Ανατολή», δήλωσε ο ανεξάρτητος γερουσιαστής του Vermont, Bernie Sanders.

«Ενώ όλοι καταδικάζουμε τις θηριωδίες στη Συρία, δεν έγινε κάποια επίθεση εναντίον των ΗΠΑ. Ο πρόεδρος Τραμπ καλό θα ήταν να λαμβάνει εξουσιοδότηση από το Κογκρέσο για στρατιωτικές επεμβάσεις, όπως ορίζει το Σύνταγμα και τον καλώ να έρθει στο Κογκρέσο για έναν ουσιώδη διάλογο» είπε ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής του Κεντάκι Rand Paul.

Συντηρητικοί ειδικοί σύμβουλοι σε θέματα διπλωματίας που παραδοσιακά υποστηρίζουν τις αποφάσεις της αμερικανικής προεδρίας επίσης εξέφρασαν τις ανησυχίες τους για την αμερικανική επέμβαση. Ο John Glaser, συνεργάτης του Ινστιτούτου Cato, για θέματα της αμερικανικής διπλωματίας είπε πως η απόφαση Τραμπ να επιτεθεί κατά του συριακού καθεστώτος δεν έχει έννομη εξουσιοδότηση ενώ υπάρχουν ελάχιστες πιθανότητες να βελτιώσει το κλίμα στην ταλαιπωρημένη από τον εμφύλιο πόλεμο Συρία.

Όπως διαφαίνεται, η επίθεση που διεξήχθη με εντολή Τραμπ, επέφερε τριγμούς στις σχέσεις του Αμερικανού προέδρου με παλαιούς συμμάχους του, θέτοντας εν αμφιβόλω τη συνέχιση της υποστήριξής του από τις ακροδεξιές δυνάμεις.