30/10/17

Και λιβάνισον αυτούς τρεις φοράς! (π. Διονύσιος Ταμπάκης)

Γράφει ο π. Διονύσιος Ταμπάκης

ΑΦΟΥ ΚΑΤΟΡΘΩΣΑΝ να σπάσουν τα φτερά των παιδιών μας.
Αφού βάλανε μπρος τ’αλέτρι για να αποκόψουν και ευνουχίσουν τα 15χρονα.
Τώρα μεγαλουργούν  και πάλι θέλοντας διακαώς με νόμους και υπο-νόμους να μαστουριάσουν με χασίς και αποχαζέψουν  το όσο μυαλό έμεινε στην νεολαία…
Στο δικό τους λοιπόν  χασισολολίβανο  «εις οσμήν δυσωδίαν δαιμονικής» ας τους λιβανίσουμε με το δικό μας Ορθόδοξο λιβάνι ,λιβάνι καλό κι’ αγιορείτικο…

Και να τώρα  3 ωραίες ιστορίες που έχω να σας λέω:

Η κυρία Γεωργία, ράφτρα γνωστή εκεί στην παλιά Κοκκινιά με την μικρασιάτικη πύρινη ευλάβεια ,καρδιά φιλόξενο αρχονταρίκη για όλη την γειτονιά.
Ή θα έραβε ή θα προσεύχονταν στις λιβανοκαπνισμένες δεκάδες εικόνες  που’χε στο προσφυγικό κελάκι της.
Κάθε Πάσχα το λοιπόν τόση ήταν η χαρά της που έπαιρνε το μαγκάλι, το γέμιζε όλο κάρβουνα και ύστερον του’ριχνε από πάνω 5 κιλά λιβάνι να μοσχομυρίσει όλη η γειτονιά μα και να φύγουν οι κακούργοι οι δαιμόνοι .

2η  Ευλαβής Καλόγηρος , όταν ήτανε μαθητής και περνούσε ο καρνάβαλος απ’την γειτονιά του στον Πειραιά, δεν λησμονούσε να ανάβει την ψησταριά του πατέρα του που είχε στο μπαλκόνι και να βάζει με την σακούλα αγιασμένο λιβάνι από Ασκητάδες .Έτσι κάποτε όπου περνούσε από κάτω ο καρνάβαλος πήρε μία θαυμαστή τούμπα όπου απέλιπεν «εις τα εξ ‘ων συνετέθη».

Να και άλλη μία στορία από την Κρήτη :

«-Παπαγάννη , να σου πω μια κουζουλάδα μου καλή που κάμω; Γροίκα.
-Είντα κάμεις Τον ρώτηξε ο Κρητικός  Παπάς.
-Να! σίμα  και απέναντι απ΄το σπιτικό μου μένει μια αντρογυναίκα  Ξυριζαία , όπου αποξυρίζει  και τον μύστακά της ,από αυτές τις αντίχριστες τις αναποδοκουλτουριάρες  πανάθεμά τες.
-Και το λοιπόν ;
-Όταν γιαγέρνω τ’απόγευμα απ΄την δουλειά και τούτη  πορίζει στο μπαλκόνι της να καπνίσει   τσιγάρο μαζί με την συντρόφισσά της, εγώ παίρνω ΄ένα κεραμίδι  και αφού το κάμω  γεμίδι από καρβουνάκια και μοσχολίβανο μετά ανάβω  τον ανεμιστήρα που κατέχω και ξαμώνω όλο τον καπνό επάνω στον οντά της. Μετά αφού με διαβολοστέλει  κλείεται ντελόγο μέσα και έτσι την κάμω ζάφτι και την νηματίζω μια χαρά.

Έτσα το λοιπόν σου λέγω  ετούτη μαντινάδα:

«Λιβάνι βάνω στη φωτιά που φτάνει εις τ’ αόρη.
Να γίνουν κάργα, χαλασιά,  των ‘ξαποδών οι νόμοι .»
  
ΛΙΒΑΝΙΣΤΕ  ΤΟΥΣ!